καθυπισχνέομαι

καθυπισχνέομαι, strengthd. for ὑπισχ-, Luc.Herm.6, Rh.Pr.25, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπισχνεῖτο — καθυπισχνέομαι pres opt mp 3rd sg (epic ionic) καθυπῑσχνεῖτο , καθυπισχνέομαι imperf ind mp 3rd sg (attic epic) καθυπισχνέομαι pres opt mp 3rd sg (epic ionic) καθυπισχνέομαι imperf ind mp 3rd sg (attic epic) καθυπισχνέομαι imperf ind mp 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνούμενον — καθυπισχνέομαι pres part mp masc acc sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp masc acc sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνοῦ — καθυπισχνέομαι pres imperat mp 2nd sg (attic) καθυπῑσχνοῦ , καθυπισχνέομαι imperf ind mp 2nd sg (attic) καθυπισχνέομαι pres imperat mp 2nd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνεῖσθαι — καθυπισχνέομαι pres inf mp (attic epic) καθυπισχνέομαι pres inf mp (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνεῖται — καθυπισχνέομαι pres ind mp 3rd sg (attic epic) καθυπισχνέομαι pres ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνουμένου — καθυπισχνέομαι pres part mp masc/neut gen sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp masc/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνοῦμαι — καθυπισχνέομαι pres ind mp 1st sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres ind mp 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνούμενοι — καθυπισχνέομαι pres part mp masc nom/voc pl (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp masc nom/voc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπισχνούμενος — καθυπισχνέομαι pres part mp masc nom sg (attic epic doric) καθυπισχνέομαι pres part mp masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποσχόμενον — καθυπισχνέομαι aor part mid masc acc sg καθυπισχνέομαι aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπεσχόμην — καθυπισχνέομαι aor ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.